Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Ο Θανάσης Κλάρας γεννήθηκε στη Λαμία...

Posted by Αργυρώ Μπρατσιώτη Δευτέρα, Ιουνίου 19, 2017
Στις 16 του Ιουνίου του 1945 , κυκλωμένος από το στρατό και παρακρατικούς, αυτοκτόνησε κοντά στις όχθες του Αχελώου. Δυο μέρες αργότερα το κεφάλι του, κομμένο, κρεμόταν από το φανοστάτη των Τρικάλων.

Άρης Βελουχιώτης, ένας μεγάλος επαναστάτης
Ο Θανάσης Κλάρας γεννήθηκε στις 27 Αυγούστου του 1905 στη Λαμία προερχόμενος από...
μια από τις πιο επιφανείς οικογένειες της πόλης. Ο πατέρας του, Δημήτριος Κλάρας, ήταν δικηγόρος (για κάποιο διάστημα διετέλεσε και πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου της πόλης) και η μητέρα του, το γένος Ζέρβα (πιθανόν να υπήρχε μακρινή συγγένεια με τον αρχηγό του ΕΔΕΣ, Ναπολέοντα Ζέρβα), ανήκε σε οικογένεια συμβολαιογράφου. Κτήματα, ένα ελαιοτριβείο και σαπωνοποιείο ανήκαν στην περιουσία της οικογένειας.

Ο Θανάσης έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στη Λαμία, όπου από μικρό παιδί αγαπούσε τη δράση του δρόμου και την παρέα με τα φτωχόπαιδα της γειτονιάς. Το γυμνάσιο δεν το τελείωσε, αν και η επαφή του με τα γράμματα ήταν μεγάλη. Το 1919, σε ηλικία 14 χρόνων, φεύγει από την πόλη και μπαίνει οικότροφος στην «Αβερώφειο Μέση Γεωργική Σχολή Λάρισας». Εκεί ο Θανάσης είναι ένας σχολαστικός και επιμελής μαθητής, γεγονός που εμφανίζεται στα σωζόμενα μέχρι σήμερα μαθητικά του τετράδια.

Όταν τελείωσε τη Σχολή επέστρεψε στη Λαμία. Εκεί ο πατέρας του ελπίζει ότι θα ασχοληθεί με τα κτήματα της οικογένειας στη Στυλίδα. Είχε μάλιστα σκοπό να επεκτείνει την επιχείρησή του, στην οποία ο Θανάσης θα μπορούσε να αξιοποιήσει τις γνώσεις του. Αυτό όμως αρνείται, διότι πίστευε ότι «αν γινόταν πλούσιος…θα έπαυε να σκέφτεται τους φτωχούς» και προτιμά το διορισμό του στο Δημόσιο, ως υπάλληλος του υπουργείου Γεωργίας.

Στα 18 του χρόνια, ως υπάλληλος της Γεωργικής Υπηρεσίας, βρίσκεται στη Δράμα, στο συνοριακό χωριό Μπούκια, για να βοηθήσει στον εποικισμό των ακτημόνων. Η άρνηση του νεαρού Κλάρα να συμμετάσχει στα ρουσφέτια της εποχής έχει αποτέλεσμα τη μετάθεση του στα Τρίκαλα. Απογοητευμένος «από τις ρεμούλες που διαπιστώνει και στη νέα του θέση» δηλώνει παραίτηση και φεύγει για την Αθήνα το 1923.

Η πρώτη γνωριμία του Κλάρα στην Αθήνα γίνεται με το συμπατριώτη, τότε φοιτητή της Νομικής, Τάκη Φίτσο, ο οποίος τον φέρνει σε επαφή με επαναστατικές οργανώσεις και με τις φιλολογικές παρέες που συχνάζουν στη Δεξαμενή. Το 1924 περνάει στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος ως μέλος της Τοπικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Νεολαίας της Αθήνας (ΚΝΑ) και δυο χρόνια αργότερα καλείται να υπηρετήσει τη θητεία του. Αν και υποψήφιος στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών, κόβεται επειδή συμμετέχει σε επεισόδιο. Από δεκανέας, που ήταν, καθαιρείται και στέλνεται στον Πειθαρχικό Ουλαμό Καλπακίου, το πρώτο κάτεργο που γνωρίζει στη ζωή του. Όταν απολύεται, έχοντας υπηρετήσει επιπλέον τρεις μήνες ως ποινή, επιστρέφει και πάλι στην Αθήνα.

Μέλος πια της Κομμουνιστικής Νεολαίας, διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε πολλές επιχειρήσεις αποδράσεων κρατουμένων κομμουνιστών (δυο φορές μάλιστα είχε βοηθήσει να δραπετεύσει ο Νίκος Ζαχαριάδης, τότε ηγετικό στέλεχος της Κομμουνιστικής Νεολαίας). Στα τέλη του 1928 γίνεται συντάκτης του «Ριζοσπάστη» και όταν ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας, Αριστοτέλης Τσουρτσούλης, συλλαμβάνεται, ο Κλάρας τον αντικαθιστά για αρκετό διάστημα. Στα τέλη του 1936 συλλαμβάνεται και στέλνεται στις φυλακές της Αίγινας. Από εκεί τον Ιούνιο του 1939 μεταφέρεται στις φυλακές της Κέρκυρας, από όπου αποφυλακίζεται αφού πρώτα υπογράφει τη γνωστή δήλωση μετάνοιας.

Όταν ο πόλεμος ξεσπάει, ο Κλάρας καλείται στο Πυροβολικό, όπου είχε υπηρετήσει, και επιστρατεύεται στο Μακεδονικό Μέτωπο, στη 10η πυροβολαρχία του 3ου Συντάγματος του αντιαεροπορικού πυροβολικού. Με την είσοδο των Γερμανών και την κατάρρευση του μετώπου επιστρέφει στην Αθήνα πριν φτάσουν στην πόλη τα γερμανικά στρατεύματα.

Ο Άρης Βελουχιώτης καπετάνιος του ΕΛΑΣ

Στην προσπάθεια του για αντιστασιακό αγώνα μεγάλη ήταν η συνεισφορά κάποιων μικρών κομμάτων, τα οποία είχαν αναπτύξει αντιδικτατορική δράση ενάντια στο καθεστώς του Μεταξά. Σε αυτόν τον πολιτικό χώρο βρίσκονταν το «Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας» (ΣΚΕ), το «Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας» (ΑΚΕ) και η «Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας»(ΕΛΔ). Στο τέλος του δεύτερου δεκαήμερου του Σεπτεμβρίου αντιπρόσωποι αυτών των κομμάτων και του ΚΚΕ συναντήθηκαν και ξεκίνησαν τις διαδικασίες για τη δημιουργία του εθνικοαπελευθερωτικού μετώπου, οι οποίες ολοκληρώθηκαν στις 27 Σεπτεμβρίου του 1941 με την ίδρυση του «Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου» (ΕΑΜ). Αν και στο πρώτο χειμώνα Κατοχής το ΕΑΜ και άλλες οργανώσεις ασχολούνταν με τα θέματα της επιβίωσης, παράλληλα η κομμουνιστική ηγεσία προωθούσε τον ένοπλο αγώνα, ο οποίος μάλιστα είχε περιληφθεί και στους στόχους της 6ης Ολομέλειας του ΚΚΕ.

Στις αρχές Οκτωβρίου το ΚΚΕ δημιουργεί ένα εμβρυώδες «Στρατιωτικό Κέντρο Αντίστασης» (ΣΚΑ), το οποίο αποτελούνταν από κομματικά στελέχη και λίγους αξιωματικούς, με στόχο τη μελέτη του ένοπλου αγώνα. Στα τέλη του Οκτωβρίου-αρχές Νοεμβρίου το ΣΚΑ στέλνει το Θανάση Κλάρα στην περιοχή της Λαμίας για να μελετήσει τις δυνατότητες ανάπτυξης αντάρτικου αγώνα. Επιστρέφει το Δεκέμβριο και εισηγείται τη δυνατότητα για τη δημιουργία ομάδων ανταρτών, πρόταση που, παρά τις διάφορες αμφιβολίες, έγινε δεκτή από τη Κεντρική Επιτροπή (Κ.Ε.) του ΚΚΕ.

Καθώς από τα τέλη του 1941 άρχισαν στην ελληνική ύπαιθρο να εμφανίζονται και άλλες ένοπλες ομάδες, η αντίληψη που άρχισε να σχηματίζεται ήταν ότι το ΕΑΜ θα έπρεπε να κατευθύνει το αγώνα της Αντίστασης. Έτσι, το ΣΚΑ αναδιοργανώθηκε και τη θέση του πήρε, το Δεκέμβριο του 1941, η «Κεντρική Στρατιωτική Επιτροπή» (ΚΣΕ), η οποία ελεγχόταν πια από το ΕΑΜ. Στις αρχές Ιανουαρίου του 1942 συνήλθε στην Αθήνα η 8η Ολομέλεια του ΚΚΕ, στης οποίας την απόφαση ορίζονταν καθαρά η ανάγκη ένοπλου αγώνα και η δημιουργία στρατού της Εθνικής Αντίστασης, ενώ, αντίστοιχα, καθοριζόταν και η φύση του ένοπλου αγώνα.

Λίγες μέρες αργότερα, το ΚΚΕ και το ΕΑΜ αποφάσισαν να γνωστοποιήσουν την απόφασή τους για την δημιουργία του «Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού» (ΕΛΑΣ). Στις 2 Φεβρουαρίου του 1942 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα πολιτικοστρατιωτική σύσκεψη με σκοπό την επίσημη ίδρυση του Λαϊκού Στρατού του ΕΑΜ. Η Κ.Ε. του ΕΑΜ ενέκρινε την ίδρυση του Λαϊκού Στρατού και καθόρισε τη σύνθεση της Κ.Ε. του ΕΛΑΣ (η ΚΣΕ μετονομάστηκε σε Κ.Ε. του ΕΛΑΣ) στις 10 Φεβρουαρίου του 1942.

Το Μάρτιο του 1942 ο Θανάσης Κλάρας αναχωρεί από την Αθήνα, με εντολή να οργανώσει ομάδες ενόπλων στη Ρούμελη. Από το σημείο αυτό ο Θανάσης Κλάρας θα μείνει γνωστός με το όνομα Άρης Βελουχιώτης. Παράλληλα με αυτή την κίνηση δραστηριοποιούνται οι οργανώσεις του ΚΚΕ και του ΕΑΜ σε όλη την Ελλάδα για τη δημιουργία ομάδων ενόπλων. Στις 22 Μαΐου 1942 ο Άρης Βελουχιώτης σχηματίζει την πρώτη του ανταρτοομάδα, έξω από την Σπερχειάδα, που στις 25 Μαΐου αριθμούσε 15 αντάρτες. Το καλοκαίρι του 1942 οι ανταρτική κίνηση του Βελουχιώτη σταθεροποιείται και ο ΕΛΑΣ περνάει στην επιθετική δράση εναντίον των δυνάμεων του εχθρού, εκτελώντας διάφορες επιχειρήσεις, με πιο χαρακτηριστική αυτή της συνεισφοράς του στην ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου.

Από τις αρχές του 1943 οι συμπλοκές του ΕΛΑΣ άρχισαν να πολλαπλασιάζονται και γίνονταν πια με τμήματα του εχθρικού στρατού. Η ανάπτυξη όμως του ΕΛΑΣ ήταν τόσο ραγδαία, που η Κ.Ε. του ΕΛΑΣ ήταν αδύνατο να διευθύνει τον αγώνα από την Αθήνα. Αποφασίστηκε λοιπόν η δημιουργία ενός νέου οργάνου, του Γενικού Στρατηγείου (Γ.Σ.) του ΕΛΑΣ για την αποτελεσματικότερη διοίκησή του. Με κοινή απόφαση της Κ.Ε. του ΕΑΜ και της Κ.Ε του ΕΛΑΣ ιδρύθηκε στις 2 Μαΐου του 1943 το Γ.Σ. του ΕΛΑΣ, για την ενιαία και συντονισμένη καθοδήγηση και διεύθυνση του αγώνα.

Η διοίκηση του Γ.Σ. ακολούθησε και αυτή το τριπλό σύστημα που επικρατούσε στην οργάνωση του ΕΛΑΣ. Στρατιωτικός αρχηγός τοποθετήθηκε ο απότακτος του κινήματος του 35 συνταγματάρχης Στέφανος Σαράφης, καπετάνιος ο Άρης Βελουχιώτης και αντιπρόσωπος της Κ.Ε. του ΕΑΜ ο Ανδρέας Τζήμας (με το ψευδώνυμο Βασίλης Σαμαριώτης). Στα τέλη Μαΐου τα μέλη της διοίκησης του Γ.Σ. συναντήθηκαν στη Ρούμελη, όπου κατάρτισαν ένα πρόχειρο επιτελείο και εξέδωσαν τις πρώτες διαταγές.

Τον Απρίλιο του 1944 ο Βελουχιώτης εστάλη στην Πελοπόννησο. Η ανάπτυξη των Ταγμάτων Ασφαλείας (μονάδες που είχαν εξοπλίσει οι Γερμανοί από κοινού με την κυβέρνηση Ράλλη) στην Πελοπόννησο ένα επιπλέον πρόβλημα στις μονάδες του ΕΛΑΣ έδρευαν στην περιοχή. Ο Βελουχιώτης έδωσε στον ΕΛΑΣ έναν πιο επιθετικό προσανατολισμό, εξαπολύοντας ισχυρές επιθέσεις στις βάσεις των Ταγμάτων Ασφαλείας κατά τις παραμονές της απελευθέρωσης.

Την ίδια όμως περίοδο ήταν ένας από τους πολλούς που διαφώνησαν με τις επιλογές της ηγεσίας για συμμετοχή στην κυβέρνηση Παπανδρέου και ανάθεση της ηγεσίας στους Βρετανούς. Και όταν τον Οκτώβριο του 1944, έπειτα από πολλές επιτυχημένες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο επί ένα εξάμηνο, επιστρέφοντας στον τόπο καταγωγής του, ζητάει να περάσει από την Αθήνα, η ηγεσία το αρνείται. Μάταια προσπαθεί το Νοέμβριο του 1944 να πείσει τους αντάρτες για το «στραβό δρόμο» και τη σύγκρουση που έρχεται. Λίγο πριν από το Δεκέμβριο στέλνει στην ηγεσία του κόμματος ένα σχέδιο για την κατάληψη της Αθήνας με τη βοήθεια δυνάμεων του ΕΛΑΣ από τη Στερεά και την Πελοπόννησο, το οποίο δεν λαμβάνει καν υπόψη.

Την περίοδο των Δεκεμβριανών κρατιέται σε απόσταση, με το να αποσταλεί μαζί με τον Σ. Σαράφη στην Ήπειρο, όπου διαλύει τις δυνάμεις το ΕΔΕΣ, αναγκάζοντας τις δυνάμεις του Ζέρβα να καταφύγουν στην Κέρκυρα.

Μετά τη Συνθήκη της Βάρκιζας, υπογράφει μαζί με τον Σαράφη μια «Ημερήσια διαταγή του Γ.Σ. του ΕΛΑΣ» (στις 16 Φεβρουαρίου του 1945), στην οποία αναφερόταν ότι ο ένοπλός αγώνας του ΕΛΑΣ τελείωνε και ο ΕΛΑΣ αποστρατεύεται. Στη συνέχεια με μια ομάδα συντρόφων του άρχισε την περιπλάνηση του στα βουνά. Στα τέλη του Φεβρουαρίου κάνει ακόμη μια μάταιη προσπάθεια επαφής με τους άλλους καπετάνιους, αλλά σταδιακά οι οργανώσεις τον απομόνωναν και λίγοι ήταν αυτοί που έδειξαν προθυμία για να τον ακολουθήσουν. Τις κινήσεις αυτές του Βελουχιώτη τις πληροφορείται το κόμμα και αντιδρά έντονα. Του ζητάνε ή να γυρίσει στην Αθήνα ή να φύγει σε μια ανατολική χώρα.

Πέρα όμως από τη μεγάλη φήμη του, η πειθαρχία προς τις εντολές του ΚΚΕ αποτελούσε ίσως το σημαντικότερο παράγοντα, τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους γύρω του. Καταλυτική ήταν η επιστροφή του Νίκου Ζαχαριάδη από τη Γερμανία, όπου κρατούνταν όμηρος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου, ο οποίος έσπευσε αμέσως να καταδικάσει της απειθαρχία του Άρη. Στις 12 Ιουνίου του 1945 το ΚΚΕ, σε μια μικρή στήλη στον «Ριζοσπάστη» που δημοσιεύτηκε δίπλα στα αθλητικά και τα θέματα της ημέρας, αποκήρυξε τον Βελουχιώτη με ένα πολύ σκληρό δημοσίευμα, του οποίου ένα απόσπασμα χαρακτηριστικά ανέφερε: «Ο σ. Ζαχαριάδης μας ανακοίνωσε ότι η Κ.Ε του ΚΚΕ, αφού συζήτησε πάνω σε εκθέσεις που ήλθαν από διάφορες κομματικές οργανώσεις, αποφάσισε να καταγγείλει ανοιχτά την ύποπτη και τυχοδιωκτική δράση του Άρη Βελουχιώτη (Θανάση Κλάρα ή Μιζέρια)».

Το τέλος του Βελουχιώτη δεν άργησε να έρθει. Στις 16 του ίδιου μήνα, πιο μόνος παρά ποτέ, κυκλωμένος από το στρατό και παρακρατικούς, αυτοκτόνησε κοντά στις όχθες του Αχελώου. Δυο μέρες αργότερα το κεφάλι του, κομμένο, κρεμόταν από το φανοστάτη των Τρικάλων.

















ΠΗΓΗ

  • Blogroll

  • Blog Archive